Πολιτισμός

Μοιρολόι από το τρανζίστορ

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΝΖΙΣΤΟΡ

(Αληθινό διήγημα, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα. Το ανέπτυξα από σημειώσεις που είχα γράψει στο ημερολόγιο – σημειωματάριό μου, με συντομογραφίες, στις 17 Μαΐου 1964. Το αυθεντικό κείμενο είναι γραμμένο στην αλβανική γλώσσα. Ήταν, επίσης, φυλαγμένο με τέτοιον τρόπο ώστε να μην πέσει τότε σε ξένα χέρια, κάτι απολύτως κατανοητό για εκείνη την εποχή.)

Η ΕΚΔΡΟΜΗ
Μάιος 1964. Προγραμματισμένη ανοιξιάτικη πορεία, εκδρομή στο βουνό Σεντελή.
Στην εκδρομή συμμετείχαν περίπου 120 μαθητές από το επτατάξιο σχολείο (γυμνάσιο) Μαρίτσαϊ, μαθητές από πέντε χωριά.
Μαζί με τους μαθητές ήμασταν κι εμείς, οι επτά δάσκαλοί τους. Όλοι μας νέοι, απόφοιτοι Παιδαγωγικής Ακαδημίας, στην καλύτερη ηλικία της ζωής μας. Νιάτα που άρχισαν δυναμικά, με πάθος, το λειτούργημα του δασκάλου, για τη διαπαιδαγώγηση και τη μόρφωση των μαθητών, σε δύσκολες συνθήκες.
Εδώ ξεκίνησα το ιερό επάγγελμά μου, σε ορεινά χωριά του Νομού Τεπελενίου, όπου κυριαρχούσε η φτώχεια. Επτά συνεχόμενα χρόνια δίδαξα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, για να μην πω άθλιες, τόσο για τους μαθητές όσο και για εμάς τους εκπαιδευτικούς.
Εμείς οι δάσκαλοι προερχόμασταν από χωριά των νομών Αργυροκάστρου, Αυλώνας και Αγίων Σαράντα, οι περισσότεροι από τα χωριά της Ελληνικής Μειονότητας, που ανέδειξαν πολλούς δασκάλους.
Από τους διορισμένους εκπαιδευτικούς στα σχολεία της ορεινής Επαρχίας (lokalitet) Μπουζί, κατά το σχολικό έτος 1963-64, το ογδόντα τοις εκατό (80%) ήταν από τους νομούς Αργυροκάστρου, Αυλώνας και Αγίων Σαράντα. Λίγοι ήταν ντόπιοι, μάλιστα μερικοί από αυτούς ανειδίκευτοι.
Διδάξαμε με συνέπεια και συναγωνιστικό πνεύμα, χωρίς να υπολογίσουμε τις τεράστιες δυσκολίες και την απόσταση από τις οικογένειές μας.
Αξίζει να τονίσω εξαρχής ότι οι γονείς των μαθητών, όπως και όλος ο κόσμος, είχαν εξαιρετική εκτίμηση για εμάς τους δασκάλους. Ήταν φιλόξενοι και είχαμε τη βοήθειά τους σε αυτά τα δύσκολα χρόνια του αποκλεισμού της Αλβανίας από τον έξω κόσμο και του εμπάργκο που της είχαν επιβάλει οι χώρες του Ανατολικού Μπλοκ (του τότε Συμφώνου της Βαρσοβίας).
Ας πάμε τώρα στο γεγονός της ημέρας.
Ξεκίνησε η εκδρομή με πορεία και φτάσαμε περίπου στην κορυφή του βουνού, σε ένα επίπεδο μέρος, σαν ένα τεράστιο φυσικό γήπεδο, με απέραντη θέα.
Ηλιόλουστη, δροσερή μέρα του Μαΐου. Μαγικό το φυσικό τοπίο εδώ, σε αυτά τα ορεινά αλπικά λιβάδια, με την καταπράσινη, δροσερή χλόη της άνοιξης και λίγους θάμνους.
Η γη στολισμένη με δεκάδες είδη αγριολούλουδων και αρωματικών φυτών, πάνω στο πράσινο, όπου κυριαρχούσαν οι μαργαρίτες, οι ανεμώνες, το χαμομήλι, το θυμάρι, το σαλέπι, το τσάι του βουνού, η ρίγανη, το φασκόμηλο, η ντερτελίνα…
Ευχάριστη ευωδία μάς χάριζε το δροσερό αεράκι.
Εδώ, κοπάδια από γιδοπρόβατα, αρνιά να χοροπηδούν, κουδουνίσματα, βελάσματα, γαβγίσματα από τα τσοπανόσκυλα, κελάηδημα πουλιών… Αυτή ήταν η συμφωνία του βουνού.
Οι τσοπάνηδες, μόλις μας είδαν, έστησαν τις μελωδίες τους με τις φλογέρες. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο ήθελαν να καλωσορίσουν τα παιδιά, τα εγγόνια τους και τους σεβαστούς δασκάλους.
Οι μαθητές, μόλις έφτασαν, έκαναν ένα διάλειμμα. Έπειτα, παρέα με παρέα, άρχισαν να καθαρίζουν τα σιάδια για να παίξουν τα δικά τους παραδοσιακά παιχνίδια. Τα αγόρια ποδόσφαιρο, άλλοι να φτιάξουν ανθοδέσμες και στεφάνια, να χορέψουν, να τραγουδήσουν…
Η μεγάλη περιέργεια όλων μας, εκεί που καθαρίζαμε, ήταν τα κομμάτια σιδήρου και ατσαλιού από οβίδες, χειροβομβίδες, σκουριασμένους κάλυκες, γεμιστήρες… Σκόρπια στην επιφάνεια της γης. Είδαμε και πρόχειρα οχυρά, σκαμμένα και χτισμένα, μέσα στα οποία υπήρχαν ακόμη σαπισμένα άρβυλα, τρυπημένα κράνη… Όλα αυτά μας έδωσαν την εντύπωση ότι βρεθήκαμε σε παλιό πεδίο μάχης.
Συγκεντρώσαμε όλους τους μαθητές, καλέσαμε τον πιο ηλικιωμένο βοσκό, γύρω στα εβδομήντα του τότε, και αρχίσαμε να τον ρωτάμε για όσα είδαμε.
Γνώριζε καλά ο γέροντας. Είχε δει και ακούσει από πρώτο χέρι τον πόλεμο και άρχισε να μας διηγείται:
– Εδώ, παιδιά, έγινε πόλεμος, σκληρή μάχη. Το πολεμικό μέτωπο του ελληνικού στρατού, που έφτασε μέχρι εδώ, όπου είχαν εγκατασταθεί με τα οχυρά τους οι Ιταλοί κατακτητές, έδωσε σκληρή μάχη. Εδώ έγινε μέχρι και μάχη σώμα με σώμα. Εδώ ο ελληνικός στρατός τσάκισε τους Ιταλούς χελωνάδες, τους μακαρονάδες, τους κλεφτοκοτάδες…
Για λίγο έσκυψε το κεφάλι, σταμάτησε να μιλάει και δάκρυσε ο γέροντας.
Συνέχισε λέγοντας:
– Έχω ακόμα στην ακοή μου τον κρότο των πυρομαχικών, που ακουγόταν μέχρι κάτω στο χωριό. Θυμάμαι καλά όταν πέρασαν δίπλα από το χωριό μου, τρέχοντας στην κατηφόρα, κατατρομαγμένοι και ουρλιάζοντας, οι Ιταλοί στρατιώτες που οπισθοχώρησαν και έφτασαν μέχρι τα Τρία Αυγά (ονομασία βουνού με τρεις αυγοειδείς κορυφές). Εκεί επιβιβάστηκαν στα καμιόνια και εξαφανίστηκαν από την περιοχή μας.
Θυμάμαι, λέει ο τζια (μπάρμπας) Μπεκτάς, μια ομάδα Ελλήνων φαντάρων που κατέβηκε στο χωριό και ζήτησε βοήθεια σε άλογα και μουλάρια για να μεταφέρει τραυματίες και άρματα μάχης που είχαν παρατήσει οι Ιταλοί… Μολονότι οι χωριανοί ήταν μέσα στον πανικό τους, βοήθησαν με μεταφορικά ζώα.
Τους νεκρούς Έλληνες τους μετέφεραν στους ώμους οι φαντάροι μέχρι εκεί, στο ντερβένι-τζαντέ (αυτοκινητόδρομο), στην Κιάφα (αυχένα) του Κιτσόκου.
Το βραδάκι, όταν όλα τελείωσαν, άνδρες του χωριού του, λέει ο Μπεκτάς, ανέβηκαν στο βουνό, εδώ που έγινε η μάχη, και άρπαξαν στρατιωτικούς μανδύες (χλαίνες), στρατιωτικές σκηνές, άρβυλα, ζώνες, κράνη, καραβάνες, παγούρια και ό,τι άλλο λάφυρο βρήκαν παρατημένο, ακόμη και από τους νεκρούς Ιταλούς, που έμειναν εκεί το βράδυ μέχρι το πρωί της επόμενης μέρας.
(Δικό μου σημείωμα: Όντως, και μετά από 24 χρόνια, ακόμα βλέπαμε στο χωριό τέτοια στρατιωτικά αντικείμενα. Μέχρι και ονόματα Ιταλών και Ελλήνων φαντάρων, χρονολογίες… χαραγμένα στις αλουμινένιες καραβάνες και στα παγούρια. Γέροντες του χωριού ακόμα φορούσαν στρατιωτικούς μανδύες που είχαν αρπάξει από τους νεκρούς φαντάρους κ.λπ.)
Μετά, όπως είχε γίνει συνήθεια, ο γεροβοσκός μίλησε και για τον πόλεμο των δικών τους παρτιζάνων.
Τον ευχαριστήσαμε. Επέστρεψε στο κοπάδι του κι εμείς συνεχίσαμε το πρόγραμμα της εκδρομής.
Για κάποια στιγμή, πολλά πέρασαν από τη σκέψη μου. Θυμήθηκα όλα αυτά που μου ομολογούσε ο πατέρας μου γι’ αυτόν τον πόλεμο στον οποίο συμμετείχε. Αυτή ήταν και η μοναδική πηγή γνώσης που είχα εγώ και όλοι μας για το Έπος του ’40. Μόνο από αφηγήσεις δικών μας ανθρώπων, τίποτα από βιβλία Ιστορίας, καμία οργανωμένη προφορική ή γραπτή ενημέρωση από κανέναν, τίποτα γραμμένο στις αλβανικές εφημερίδες και στα βιβλία τους… Ενώ από το ραδιόφωνο μόνο το όνομα του είχαμε ακούσει τότε, αφού ραδιόφωνα ακόμα δεν υπήρχαν σε εκείνα τα χωριά.
Οι μαθητές, με οργανωτές τους δασκάλους, άρχισαν τη διασκέδαση με διάφορα λαϊκά, παραδοσιακά παιδικά παιχνίδια.
Ένας νεαρός, γεροδεμένος βοσκός, πλησίασε, μας χαιρέτησε ευγενικά και μας είπε:
– Σήμερα ήρθατε στην καλύβα μας. Εδώ είναι το δεύτερο σπιτικό μας. Έχουμε ευχαρίστηση να γευματίσουμε μαζί, δάσκαλοι και βοσκοί.
Κάναμε δεκτή την πρόσκληση, για να αλλάξουμε για λίγο τη μοναξιά τους κι εμείς τις τάξεις με τα θρανία.
Απομακρύνθηκε ενθουσιασμένος.
Σούβλισαν αρνί, έφτιαξαν κοκορέτσι, έφεραν χλωρό τυρί, μυζήθρα, προϊόντα της στάνης. Κι εμείς με ό,τι είχαμε ρίξει στο σακούλι μας και με τη δική μας μαγειρική: λίγη τηγανιά κρέας, κονσέρβες (σαρδέλες), βραστά αυγά, χλωρά κρεμμυδάκια και σκόρδα από τον σχολικό κήπο, ελιές που έφερναν οι συνάδελφοι από την Αυλώνα. Πυρώσαμε και την καλαμποκίσια μπομπότα στη θράκα, που είχαν ψήσει οι βοσκοί το αρνάκι… Η μπομπότα ήταν το ψωμί όλης της χρονιάς εκείνη την εποχή.
Για ποτό, μόνο ένα πλακέ μπουκάλι του μισού λίτρου με τσίπουρο (φακιόρε, όπως το έλεγαν εκεί) για όλη την παρέα. Το τσίπουρο άρεσε σε όλους, γνήσιο Άνω Δροπολίτικο, δικό μου, καλοβγαλμένο από τον πατέρα μου.
Καθίσαμε σταυροπόδι στη χλόη. Το μπουκάλι με το τσίπουρο έκανε τον γύρο από στόμα σε στόμα. Το φιλήσαμε, όπως έλεγαν εκεί οι ντόπιοι, ρουφήξαμε από μία γουλιά για να πούμε τις ευχές μας. Μόνο τόσο ποτό επιτρεπόταν παρουσία μαθητών. Σεβαστός ο κανονισμός.
Θυμάστε εσείς εκείνης της εποχής ποια ήταν η πρώτη ευχή, η πρώτη πρόποση;
Ήταν «Για το κόμμα και τον σύντροφο Ενβέρ».
Με γλυκιά, στρωτή κουβέντα, με πολυφωνικά τραγούδια και αστεία, περάσαμε ένα ευχάριστο γεύμα με την παρέα του βουνού!
Ένας από τους βοσκούς, που δεν σταμάτησε να τραγουδάει με το λαρύγγι του, το ένα μετά το άλλο, τα πολυφωνικά μας λέει:
– Σήμερα διώξαμε τη μοναξιά. Μας ήρθε το χαμόγελο και το τραγούδι στα χείλη μας.
Άλλος βοσκός έπαιξε μερικούς σκοπούς με την ξύλινη διπλή φλογέρα του.
Γευμάτισαν παρέες-παρέες και οι μαθητές, με ό,τι καλύτερο φαγώσιμο τους είχαν ετοιμάσει για αυτή τη μέρα οι μανάδες τους, και με το νεράκι τους στα παγούρια, από τη βρύση του χωριού.
Πιο πολύ έπαιξαν παραδοσιακά, τοπικά παιδικά παιχνίδια.
Τραγούδησαν διάφορα τραγούδια, αυτά που μάθαιναν στο σχολείο, αλλά και πολυφωνικά, που μάθαιναν να τραγουδούν από μικρή ηλικία, και ξανάπιασαν τα παιχνίδια.
Μόνο δύο παλιές, μπαλωμένες μπάλες είχε το σχολείο για ποδόσφαιρο. Τα κορίτσια, για τον κλεφτοπόλεμο, είχαν αυτοσχέδια πάνινα μπαλάκια και κάποιες μικρές λαστιχένιες μπάλες.

Η ΕΚΠΛΗΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ: ΤΟ ΤΡΑΝΖΙΣΤΟΡ

Όταν όλοι οι μαθητές είχαν μπλεχτεί για τα καλά στα παιχνίδια τους, εγώ με τον συνάδελφό μου, τον Φουάτ, καθίσαμε πίσω από έναν βράχο. Έβγαλα από τη μικρή θήκη που είχα στο σάκο μου το μικρό τρανζίστορ, που μου είχε δώσει να πάρω μαζί μου για 15 ημέρες ο πεθερός μου (του το είχε στείλει δώρο ο κουνιάδος του από την Αμερική).
Αρχίσαμε να ψάχνουμε συχνότητες. Ακούγαμε από Αίγυπτο, Ράδιο Σόφια, Μπου Ράδιο Ισταμπούλ, Ανκαρά με χαμπέρετ ε αξιάμητ, και πού να ξέραμε τι άλλα…
Τελικά πιάσαμε Ράδιο Τίρανα. Μετέδιδε σκοπούς με κλαρίνα από τη φημισμένη κομπανία της Πρεμετής και του Δελβίνου.
Ανέβασα στο τέρμα την ένταση του μικρού ραδιοφώνου. Οι μαθητές άκουσαν, έστρεψαν το βλέμμα, τέντωσαν τα αυτιά και την προσοχή τους προς το σημείο απ’ όπου ακούγονταν κλαρίνα και βιολιά. Απότομη σιωπή. Όλοι όρθιοι και ακίνητοι. Εκατόν τριάντα ζευγάρια αυτιά και μάτια σε παρακολούθηση…
Κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν στη γλώσσα τους:
– Profesor, profesor! (δάσκαλε, καθηγητά), κάπου εδώ κοντά είναι τσιγγάνοι, γύφτοι! Ακούμε τα βιολιά τους!
Και κατευθύνθηκαν προς εμάς, από εκεί όπου άκουγαν τις μελωδίες.
Έκρυψα το τρανζίστορ στην τσέπη, τα κλαρίνα στο φουλ, όλοι τριγύρω μου… Κανείς όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει.
Στα προσωπάκια τους ήταν ζωγραφισμένο ένα περίεργο, χαρούμενο χαμόγελο, μια έκφραση απορίας και θαυμασμού…
Δεν άντεξα στην περιέργειά τους. Έβγαλα το μικρό τρανζίστορ από την τσέπη, το σήκωσα ψηλά και τους έδειξα το μαγικό κουτάκι που ήξερε να τραγουδάει, να μιλάει…
Δεν έκανα καμία προσπάθεια να εξηγήσω κάτι, γιατί κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτα, εκτός από την ευχάριστη μελωδία που άκουγαν. Παράτησαν το κοπάδι και οι τσέλιγκες ήρθαν κι αυτοί να το απολαύσουν, μαζί με την περιέργειά τους…
Κάποια στιγμή άκουσα τον γεροβοσκό να λέει φωναχτά:
– Ντρε, ντρε, ντρε! Τι έφτιαξε ο φράνκος! (Ο Γάλλος εννοούσε!)
Ήμασταν τυχεροί. Λες και ήταν παραγγελία για εμάς τους εκδρομείς: μία ώρα εκπομπή με τις ίδιες μελωδίες.
Ο Νίκος Πάνος, ο διευθυντής μας, Δροπολίτης από τους Τεριαχάτες, με άρπαξε από το χέρι και έστησε τον χορό. Ακολούθησαν οι δάσκαλοι, οι βοσκοί και οι μαθητές… Άλλοι έριχναν κανονικό χορό, άλλοι ρίχνονταν όπως-όπως πάνω στη χλόη. Ο ενθουσιασμός, όμως, στο κατακόρυφο!
Ο σπίκερ του Ράδιο Τιράνων ανακοίνωσε στη συνέχεια καμπά (στα αλβανικά, μοιρολόι). Αφήσαμε τον χορό.
Ο Νίκος κι εγώ κοιταχτήκαμε. Γυρίσαμε το βλέμμα μας, χωρίς να καταλάβουμε, προς τα οχυρά, εκεί στο πεδίο της μάχης, εκεί όπου βάφτηκε το χώμα από το αίμα των παλικαριών, των ηρώων του Έπους του ’40.
Δεν σας το κρύβω, μπορεί και να μην το πιστέψετε, ότι εκείνη τη στιγμή, μετά και από όσα μας διηγήθηκε ο γεροβοσκός, θόλωσαν τα μάτια μου. Δακρύσαμε κρυφά με τον Νίκο, καθώς βρεθήκαμε λιγάκι παράμερα από τους άλλους, και είπα μέσα μου:
– Αυτό το μοιρολόι δεν είναι σύμπτωση. Είναι το πρώτο μοιρολόι, ύστερα από 24 χρόνια, σε αυτό το μέρος. Είναι το μοιρολόι-αφιέρωση στις ψυχές που μας παρακολουθούν σήμερα εδώ… σ’ αυτά τα βουνά.
Είναι το μοιρολόι για τους νικητές που πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της ελευθερίας, πολεμώντας λυσσαλέα, με δύναμη ψυχής, αξιοθαύμαστο σθένος, μαχητικότητα και υπερηφάνεια… ενάντια στον φασισμό και στους κατακτητές.
Οι υπόλοιπες ώρες και μέρες της εκδρομής έγιναν «τρανζίστορ». Σε πέντε χωριά, εκείνο το βράδυ, η ίδια κουβέντα για τη «μαγική ταμπακέρα που τραγουδάει».
Άρχισαν και οι προσκλήσεις. Τα βράδια μαζευόταν κόσμος στα κέντρα πολιτισμού, στη σάλα. Πηγαίναμε και στα δύο διπλανά χωριά, στους αγρούς όπου δούλευε ο κόσμος, σε μικρές παρέες νέων… για να δουν και να απολαύσουν το τρανζίστορ.
Δυσκολία είχαμε να βρούμε την τροφή του. Μπαταρίες δεν υπήρχαν, μόνο από στρατιωτικές μονάδες μπορούσαμε να προμηθευτούμε και να τις προσαρμόσουμε.
Λίγες μέρες το απόλαυσε ο κόσμος εκεί, γιατί δεν έλειψαν και τα παρατράγουδα. Η ρουφιανιά είχε πάρει φόρα.
Ένα πρωινό, μετά από κάποιες μέρες, παρουσιάστηκε στο σχολείο ο αστυνομικός της Ασφάλειας της περιοχής. Μου ζήτησε και πήρε στα χέρια του το μικρό τρανζίστορ που είχε κάνει τόσο μεγάλη απήχηση. Το περιεργάστηκε, δοκίμασε τις λίγες συχνότητες που μετέδιδε. Ευτυχώς που δεν βρήκε ελληνικά.
Αυτός περιεργαζόταν και άκουγε συχνότητες στο ραδιοτρανζίστορ, τη μία μετά την άλλη. Εμένα, την ίδια στιγμή, κακόβουλες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου και ρίγη διαπερνούσαν το κορμί μου.
Τελικά, αφού μου έριξε ένα αυστηρό βλέμμα, κατέβασε το γείσο του αστυνομικού καπέλου πάνω από τα φρύδια και, με γουρλωμένα μάτια, μου είπε:
– Δεν χρειάζεται να το προβάλλεις πλέον στον κόσμο!
Αυστηρή διαταγή, με στρατιωτικό ύφος!
Τόσο μου χρειάστηκε! Δεν σας το κρύβω, τρομοκρατήθηκα!
Για όσες μέρες συνέχισα να το έχω εκεί, μόνο τα βράδια το λειτουργούσαμε με τους συναδέλφους.
Το Σάββατο, που επέστρεψα στο χωριό μου, το Βοδίνο της Δερόπολης, το παρέδωσα στην οικογένειά μου, στον νοικοκύρη του, μαζί με τη συμβουλή που μου είχε δώσει ο αστυνομικός της αλβανικής Σιγκουρίμι: να είναι κι αυτός επιφυλακτικός και να το χρησιμοποιεί μόνο μέσα στο σπίτι του.
Χρειάστηκαν μερικά χρόνια ακόμη, μέχρι την ηλεκτροδότηση των εκεί χωριών, που είδαν ηλεκτρικό φως (1969-71), για να μπορέσουν να δουν και να απολαύσουν οι κάτοικοι αυτών των χωριών τα λίγα ραδιόφωνα (υπήρχε και έλλειψη στην αγορά). Έλλειψη και σε χρήματα για τους φτωχούς χωριάτες.
Πολύ αργότερα μπόρεσαν να απολαύσουν την ασπρόμαυρη τηλεόραση, σε μία συχνότητα, το κανάλι των Τιράνων.
Με τον εκδημοκρατισμό της Αλβανίας, μετά το ενενήντα, και το άνοιγμα των συνόρων, ο τόπος εκεί δεν μπορούσε πλέον να κρατήσει τον κόσμο. Διάλεξαν κι αυτοί τον δρόμο της προόδου, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, και έφυγαν νωρίς προς τις πόλεις τους και σε άλλες χώρες του πλανήτη. Ερήμωσε κι εκεί ο τόπος.
Πέρασαν από τότε, από το 1964, εξήντα δύο χρόνια. Και αυτή τη στιγμή, που κάνω στο κοινό αυτή την ανάρτησή μου, περνούν από τον νου μου τα ακόλουθα:

  1. Πώς μπορεί να υπάρχουν ακόμα πεσόντες του Έπους του ’40, που πολέμησαν ηρωικά στα βουνά της Αλβανίας, να μένουν αγνοούμενοι, χωρίς τάφους; Τα οστά τους να βρίσκονται κάπου σε χαράδρες βουνών, σε πλαγιές και σιάδια, στα Στενά της Κλεισούρας, στα υψώματα των εκεί οροσειρών, εκεί όπου έπαθαν και τα κρυοπαγήματα;

  2. Πόσο γρήγορα προχώρησαν η επιστήμη, η τεχνολογία και η πρόοδος και σε εκείνα τα χωριά! Από τότε που έκανε τυχαία την παρουσίασή του το μικρό αμερικανικό τρανζίστορ, εκεί στα βουνά, μέσα στη φτώχεια, στην απελπισία και στην οπισθοδρόμηση, έδωσε συμβολικά τη σπίθα και την ελπίδα της προόδου.

  3. Πόσο γρήγορα εξελίχθηκε και αυτή η χώρα! Με πόσο γοργά βήματα προχωρά στην πρόοδο, από τότε που βγήκε από το μάντρωμά της, τον αποκλεισμό από το δικτατορικό σύστημα.
    Πρώτη φωτογραφία: Ένα παρόμοιο μικρό τρανζίστορ.
    Δεύτερη: Οι μαθητές της τάξης μου, την οποία είχα υπό την επιμέλειά μου, και εδώ ο Νίκος, ο διευθυντής μας.
    Τρίτη: Οι συνάδελφοί μου, δάσκαλοι του σχολείου, τα δυναμικά νιάτα… Σχολικό έτος 1963-1964.
    Ευτυχώς που μπορέσαμε να έχουμε και αυτές τις φωτογραφίες.

    ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΝΖΙΣΤΟΡ

(Αληθινό διήγημα, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα. Το ανέπτυξα από σημειώσεις που είχα γράψει στο ημερολόγιο – σημειωματάριό μου, με συντομογραφίες, στις 17 Μαΐου 1964. Το αυθεντικό κείμενο είναι γραμμένο στην αλβανική γλώσσα. Ήταν, επίσης, φυλαγμένο με τέτοιον τρόπο ώστε να μην πέσει τότε σε ξένα χέρια, κάτι απολύτως κατανοητό για εκείνη την εποχή.)
Η ΕΚΔΡΟΜΗ
Μάιος 1964. Προγραμματισμένη ανοιξιάτικη πορεία, εκδρομή στο βουνό Σεντελή.
Στην εκδρομή συμμετείχαν περίπου 120 μαθητές από το επτατάξιο σχολείο (γυμνάσιο) Μαρίτσαϊ, μαθητές από πέντε χωριά.
Μαζί με τους μαθητές ήμασταν κι εμείς, οι επτά δάσκαλοί τους. Όλοι μας νέοι, απόφοιτοι Παιδαγωγικής Ακαδημίας, στην καλύτερη ηλικία της ζωής μας. Νιάτα που άρχισαν δυναμικά, με πάθος, το λειτούργημα του δασκάλου, για τη διαπαιδαγώγηση και τη μόρφωση των μαθητών, σε δύσκολες συνθήκες.
Εδώ ξεκίνησα το ιερό επάγγελμά μου, σε ορεινά χωριά του Νομού Τεπελενίου, όπου κυριαρχούσε η φτώχεια. Επτά συνεχόμενα χρόνια δίδαξα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, για να μην πω άθλιες, τόσο για τους μαθητές όσο και για εμάς τους εκπαιδευτικούς.
Εμείς οι δάσκαλοι προερχόμασταν από χωριά των νομών Αργυροκάστρου, Αυλώνας και Αγίων Σαράντα, οι περισσότεροι από τα χωριά της Ελληνικής Μειονότητας, που ανέδειξαν πολλούς δασκάλους.
Από τους διορισμένους εκπαιδευτικούς στα σχολεία της ορεινής Επαρχίας (lokalitet) Μπουζί, κατά το σχολικό έτος 1963-64, το ογδόντα τοις εκατό (80%) ήταν από τους νομούς Αργυροκάστρου, Αυλώνας και Αγίων Σαράντα. Λίγοι ήταν ντόπιοι, μάλιστα μερικοί από αυτούς ανειδίκευτοι.
Διδάξαμε με συνέπεια και συναγωνιστικό πνεύμα, χωρίς να υπολογίσουμε τις τεράστιες δυσκολίες και την απόσταση από τις οικογένειές μας.
Αξίζει να τονίσω εξαρχής ότι οι γονείς των μαθητών, όπως και όλος ο κόσμος, είχαν εξαιρετική εκτίμηση για εμάς τους δασκάλους. Ήταν φιλόξενοι και είχαμε τη βοήθειά τους σε αυτά τα δύσκολα χρόνια του αποκλεισμού της Αλβανίας από τον έξω κόσμο και του εμπάργκο που της είχαν επιβάλει οι χώρες του Ανατολικού Μπλοκ (του τότε Συμφώνου της Βαρσοβίας).
Ας πάμε τώρα στο γεγονός της ημέρας.
Ξεκίνησε η εκδρομή με πορεία και φτάσαμε περίπου στην κορυφή του βουνού, σε ένα επίπεδο μέρος, σαν ένα τεράστιο φυσικό γήπεδο, με απέραντη θέα.
Ηλιόλουστη, δροσερή μέρα του Μαΐου. Μαγικό το φυσικό τοπίο εδώ, σε αυτά τα ορεινά αλπικά λιβάδια, με την καταπράσινη, δροσερή χλόη της άνοιξης και λίγους θάμνους.
Η γη στολισμένη με δεκάδες είδη αγριολούλουδων και αρωματικών φυτών, πάνω στο πράσινο, όπου κυριαρχούσαν οι μαργαρίτες, οι ανεμώνες, το χαμομήλι, το θυμάρι, το σαλέπι, το τσάι του βουνού, η ρίγανη, το φασκόμηλο, η ντερτελίνα…
Ευχάριστη ευωδία μάς χάριζε το δροσερό αεράκι.
Εδώ, κοπάδια από γιδοπρόβατα, αρνιά να χοροπηδούν, κουδουνίσματα, βελάσματα, γαβγίσματα από τα τσοπανόσκυλα, κελάηδημα πουλιών… Αυτή ήταν η συμφωνία του βουνού.
Οι τσοπάνηδες, μόλις μας είδαν, έστησαν τις μελωδίες τους με τις φλογέρες. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο ήθελαν να καλωσορίσουν τα παιδιά, τα εγγόνια τους και τους σεβαστούς δασκάλους.
Οι μαθητές, μόλις έφτασαν, έκαναν ένα διάλειμμα. Έπειτα, παρέα με παρέα, άρχισαν να καθαρίζουν τα σιάδια για να παίξουν τα δικά τους παραδοσιακά παιχνίδια. Τα αγόρια ποδόσφαιρο, άλλοι να φτιάξουν ανθοδέσμες και στεφάνια, να χορέψουν, να τραγουδήσουν…
Η μεγάλη περιέργεια όλων μας, εκεί που καθαρίζαμε, ήταν τα κομμάτια σιδήρου και ατσαλιού από οβίδες, χειροβομβίδες, σκουριασμένους κάλυκες, γεμιστήρες… Σκόρπια στην επιφάνεια της γης. Είδαμε και πρόχειρα οχυρά, σκαμμένα και χτισμένα, μέσα στα οποία υπήρχαν ακόμη σαπισμένα άρβυλα, τρυπημένα κράνη… Όλα αυτά μας έδωσαν την εντύπωση ότι βρεθήκαμε σε παλιό πεδίο μάχης.
Συγκεντρώσαμε όλους τους μαθητές, καλέσαμε τον πιο ηλικιωμένο βοσκό, γύρω στα εβδομήντα του τότε, και αρχίσαμε να τον ρωτάμε για όσα είδαμε.
Γνώριζε καλά ο γέροντας. Είχε δει και ακούσει από πρώτο χέρι τον πόλεμο και άρχισε να μας διηγείται:
– Εδώ, παιδιά, έγινε πόλεμος, σκληρή μάχη. Το πολεμικό μέτωπο του ελληνικού στρατού, που έφτασε μέχρι εδώ, όπου είχαν εγκατασταθεί με τα οχυρά τους οι Ιταλοί κατακτητές, έδωσε σκληρή μάχη. Εδώ έγινε μέχρι και μάχη σώμα με σώμα. Εδώ ο ελληνικός στρατός τσάκισε τους Ιταλούς χελωνάδες, τους μακαρονάδες, τους κλεφτοκοτάδες…
Για λίγο έσκυψε το κεφάλι, σταμάτησε να μιλάει και δάκρυσε ο γέροντας.
Συνέχισε λέγοντας:
– Έχω ακόμα στην ακοή μου τον κρότο των πυρομαχικών, που ακουγόταν μέχρι κάτω στο χωριό. Θυμάμαι καλά όταν πέρασαν δίπλα από το χωριό μου, τρέχοντας στην κατηφόρα, κατατρομαγμένοι και ουρλιάζοντας, οι Ιταλοί στρατιώτες που οπισθοχώρησαν και έφτασαν μέχρι τα Τρία Αυγά (ονομασία βουνού με τρεις αυγοειδείς κορυφές). Εκεί επιβιβάστηκαν στα καμιόνια και εξαφανίστηκαν από την περιοχή μας.
Θυμάμαι, λέει ο τζια (μπάρμπας) Μπεκτάς, μια ομάδα Ελλήνων φαντάρων που κατέβηκε στο χωριό και ζήτησε βοήθεια σε άλογα και μουλάρια για να μεταφέρει τραυματίες και άρματα μάχης που είχαν παρατήσει οι Ιταλοί… Μολονότι οι χωριανοί ήταν μέσα στον πανικό τους, βοήθησαν με μεταφορικά ζώα.
Τους νεκρούς Έλληνες τους μετέφεραν στους ώμους οι φαντάροι μέχρι εκεί, στο ντερβένι-τζαντέ (αυτοκινητόδρομο), στην Κιάφα (αυχένα) του Κιτσόκου.
Το βραδάκι, όταν όλα τελείωσαν, άνδρες του χωριού του, λέει ο Μπεκτάς, ανέβηκαν στο βουνό, εδώ που έγινε η μάχη, και άρπαξαν στρατιωτικούς μανδύες (χλαίνες), στρατιωτικές σκηνές, άρβυλα, ζώνες, κράνη, καραβάνες, παγούρια και ό,τι άλλο λάφυρο βρήκαν παρατημένο, ακόμη και από τους νεκρούς Ιταλούς, που έμειναν εκεί το βράδυ μέχρι το πρωί της επόμενης μέρας.
(Δικό μου σημείωμα: Όντως, και μετά από 24 χρόνια, ακόμα βλέπαμε στο χωριό τέτοια στρατιωτικά αντικείμενα. Μέχρι και ονόματα Ιταλών και Ελλήνων φαντάρων, χρονολογίες… χαραγμένα στις αλουμινένιες καραβάνες και στα παγούρια. Γέροντες του χωριού ακόμα φορούσαν στρατιωτικούς μανδύες που είχαν αρπάξει από τους νεκρούς φαντάρους κ.λπ.)
Μετά, όπως είχε γίνει συνήθεια, ο γεροβοσκός μίλησε και για τον πόλεμο των δικών τους παρτιζάνων.
Τον ευχαριστήσαμε. Επέστρεψε στο κοπάδι του κι εμείς συνεχίσαμε το πρόγραμμα της εκδρομής.
Για κάποια στιγμή, πολλά πέρασαν από τη σκέψη μου. Θυμήθηκα όλα αυτά που μου ομολογούσε ο πατέρας μου γι’ αυτόν τον πόλεμο στον οποίο συμμετείχε. Αυτή ήταν και η μοναδική πηγή γνώσης που είχα εγώ και όλοι μας για το Έπος του ’40. Μόνο από αφηγήσεις δικών μας ανθρώπων, τίποτα από βιβλία Ιστορίας, καμία οργανωμένη προφορική ή γραπτή ενημέρωση από κανέναν, τίποτα γραμμένο στις αλβανικές εφημερίδες και στα βιβλία τους… Ενώ από το ραδιόφωνο μόνο το όνομα του είχαμε ακούσει τότε, αφού ραδιόφωνα ακόμα δεν υπήρχαν σε εκείνα τα χωριά.
Οι μαθητές, με οργανωτές τους δασκάλους, άρχισαν τη διασκέδαση με διάφορα λαϊκά, παραδοσιακά παιδικά παιχνίδια.
Ένας νεαρός, γεροδεμένος βοσκός, πλησίασε, μας χαιρέτησε ευγενικά και μας είπε:
– Σήμερα ήρθατε στην καλύβα μας. Εδώ είναι το δεύτερο σπιτικό μας. Έχουμε ευχαρίστηση να γευματίσουμε μαζί, δάσκαλοι και βοσκοί.
Κάναμε δεκτή την πρόσκληση, για να αλλάξουμε για λίγο τη μοναξιά τους κι εμείς τις τάξεις με τα θρανία.
Απομακρύνθηκε ενθουσιασμένος.
Σούβλισαν αρνί, έφτιαξαν κοκορέτσι, έφεραν χλωρό τυρί, μυζήθρα, προϊόντα της στάνης. Κι εμείς με ό,τι είχαμε ρίξει στο σακούλι μας και με τη δική μας μαγειρική: λίγη τηγανιά κρέας, κονσέρβες (σαρδέλες), βραστά αυγά, χλωρά κρεμμυδάκια και σκόρδα από τον σχολικό κήπο, ελιές που έφερναν οι συνάδελφοι από την Αυλώνα. Πυρώσαμε και την καλαμποκίσια μπομπότα στη θράκα, που είχαν ψήσει οι βοσκοί το αρνάκι… Η μπομπότα ήταν το ψωμί όλης της χρονιάς εκείνη την εποχή.
Για ποτό, μόνο ένα πλακέ μπουκάλι του μισού λίτρου με τσίπουρο (φακιόρε, όπως το έλεγαν εκεί) για όλη την παρέα. Το τσίπουρο άρεσε σε όλους, γνήσιο Άνω Δροπολίτικο, δικό μου, καλοβγαλμένο από τον πατέρα μου.
Καθίσαμε σταυροπόδι στη χλόη. Το μπουκάλι με το τσίπουρο έκανε τον γύρο από στόμα σε στόμα. Το φιλήσαμε, όπως έλεγαν εκεί οι ντόπιοι, ρουφήξαμε από μία γουλιά για να πούμε τις ευχές μας. Μόνο τόσο ποτό επιτρεπόταν παρουσία μαθητών. Σεβαστός ο κανονισμός.
Θυμάστε εσείς εκείνης της εποχής ποια ήταν η πρώτη ευχή, η πρώτη πρόποση;
Ήταν «Για το κόμμα και τον σύντροφο Ενβέρ».
Με γλυκιά, στρωτή κουβέντα, με πολυφωνικά τραγούδια και αστεία, περάσαμε ένα ευχάριστο γεύμα με την παρέα του βουνού!
Ένας από τους βοσκούς, που δεν σταμάτησε να τραγουδάει με το λαρύγγι του, το ένα μετά το άλλο, τα πολυφωνικά μας λέει:
– Σήμερα διώξαμε τη μοναξιά. Μας ήρθε το χαμόγελο και το τραγούδι στα χείλη μας.
Άλλος βοσκός έπαιξε μερικούς σκοπούς με την ξύλινη διπλή φλογέρα του.
Γευμάτισαν παρέες-παρέες και οι μαθητές, με ό,τι καλύτερο φαγώσιμο τους είχαν ετοιμάσει για αυτή τη μέρα οι μανάδες τους, και με το νεράκι τους στα παγούρια, από τη βρύση του χωριού.
Πιο πολύ έπαιξαν παραδοσιακά, τοπικά παιδικά παιχνίδια.
Τραγούδησαν διάφορα τραγούδια, αυτά που μάθαιναν στο σχολείο, αλλά και πολυφωνικά, που μάθαιναν να τραγουδούν από μικρή ηλικία, και ξανάπιασαν τα παιχνίδια.
Μόνο δύο παλιές, μπαλωμένες μπάλες είχε το σχολείο για ποδόσφαιρο. Τα κορίτσια, για τον κλεφτοπόλεμο, είχαν αυτοσχέδια πάνινα μπαλάκια και κάποιες μικρές λαστιχένιες μπάλες.
Η ΕΚΠΛΗΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ: ΤΟ ΤΡΑΝΖΙΣΤΟΡ
Όταν όλοι οι μαθητές είχαν μπλεχτεί για τα καλά στα παιχνίδια τους, εγώ με τον συνάδελφό μου, τον Φουάτ, καθίσαμε πίσω από έναν βράχο. Έβγαλα από τη μικρή θήκη που είχα στο σάκο μου το μικρό τρανζίστορ, που μου είχε δώσει να πάρω μαζί μου για 15 ημέρες ο πεθερός μου (του το είχε στείλει δώρο ο κουνιάδος του από την Αμερική).
Αρχίσαμε να ψάχνουμε συχνότητες. Ακούγαμε από Αίγυπτο, Ράδιο Σόφια, Μπου Ράδιο Ισταμπούλ, Ανκαρά με χαμπέρετ ε αξιάμητ, και πού να ξέραμε τι άλλα…
Τελικά πιάσαμε Ράδιο Τίρανα. Μετέδιδε σκοπούς με κλαρίνα από τη φημισμένη κομπανία της Πρεμετής και του Δελβίνου.
Ανέβασα στο τέρμα την ένταση του μικρού ραδιοφώνου. Οι μαθητές άκουσαν, έστρεψαν το βλέμμα, τέντωσαν τα αυτιά και την προσοχή τους προς το σημείο απ’ όπου ακούγονταν κλαρίνα και βιολιά. Απότομη σιωπή. Όλοι όρθιοι και ακίνητοι. Εκατόν τριάντα ζευγάρια αυτιά και μάτια σε παρακολούθηση…
Κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν στη γλώσσα τους:
– Profesor, profesor! (δάσκαλε, καθηγητά), κάπου εδώ κοντά είναι τσιγγάνοι, γύφτοι! Ακούμε τα βιολιά τους!
Και κατευθύνθηκαν προς εμάς, από εκεί όπου άκουγαν τις μελωδίες.
Έκρυψα το τρανζίστορ στην τσέπη, τα κλαρίνα στο φουλ, όλοι τριγύρω μου… Κανείς όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει.
Στα προσωπάκια τους ήταν ζωγραφισμένο ένα περίεργο, χαρούμενο χαμόγελο, μια έκφραση απορίας και θαυμασμού…
Δεν άντεξα στην περιέργειά τους. Έβγαλα το μικρό τρανζίστορ από την τσέπη, το σήκωσα ψηλά και τους έδειξα το μαγικό κουτάκι που ήξερε να τραγουδάει, να μιλάει…
Δεν έκανα καμία προσπάθεια να εξηγήσω κάτι, γιατί κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτα, εκτός από την ευχάριστη μελωδία που άκουγαν. Παράτησαν το κοπάδι και οι τσέλιγκες ήρθαν κι αυτοί να το απολαύσουν, μαζί με την περιέργειά τους…
Κάποια στιγμή άκουσα τον γεροβοσκό να λέει φωναχτά:
– Ντρε, ντρε, ντρε! Τι έφτιαξε ο φράνκος! (Ο Γάλλος εννοούσε!)
Ήμασταν τυχεροί. Λες και ήταν παραγγελία για εμάς τους εκδρομείς: μία ώρα εκπομπή με τις ίδιες μελωδίες.
Ο Νίκος Πάνος, ο διευθυντής μας, Δροπολίτης από τους Τεριαχάτες, με άρπαξε από το χέρι και έστησε τον χορό. Ακολούθησαν οι δάσκαλοι, οι βοσκοί και οι μαθητές… Άλλοι έριχναν κανονικό χορό, άλλοι ρίχνονταν όπως-όπως πάνω στη χλόη. Ο ενθουσιασμός, όμως, στο κατακόρυφο!
Ο σπίκερ του Ράδιο Τιράνων ανακοίνωσε στη συνέχεια καμπά (στα αλβανικά, μοιρολόι). Αφήσαμε τον χορό.
Ο Νίκος κι εγώ κοιταχτήκαμε. Γυρίσαμε το βλέμμα μας, χωρίς να καταλάβουμε, προς τα οχυρά, εκεί στο πεδίο της μάχης, εκεί όπου βάφτηκε το χώμα από το αίμα των παλικαριών, των ηρώων του Έπους του ’40.
Δεν σας το κρύβω, μπορεί και να μην το πιστέψετε, ότι εκείνη τη στιγμή, μετά και από όσα μας διηγήθηκε ο γεροβοσκός, θόλωσαν τα μάτια μου. Δακρύσαμε κρυφά με τον Νίκο, καθώς βρεθήκαμε λιγάκι παράμερα από τους άλλους, και είπα μέσα μου:
– Αυτό το μοιρολόι δεν είναι σύμπτωση. Είναι το πρώτο μοιρολόι, ύστερα από 24 χρόνια, σε αυτό το μέρος. Είναι το μοιρολόι-αφιέρωση στις ψυχές που μας παρακολουθούν σήμερα εδώ… σ’ αυτά τα βουνά.
Είναι το μοιρολόι για τους νικητές που πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της ελευθερίας, πολεμώντας λυσσαλέα, με δύναμη ψυχής, αξιοθαύμαστο σθένος, μαχητικότητα και υπερηφάνεια… ενάντια στον φασισμό και στους κατακτητές.
Οι υπόλοιπες ώρες και μέρες της εκδρομής έγιναν «τρανζίστορ». Σε πέντε χωριά, εκείνο το βράδυ, η ίδια κουβέντα για τη «μαγική ταμπακέρα που τραγουδάει».
Άρχισαν και οι προσκλήσεις. Τα βράδια μαζευόταν κόσμος στα κέντρα πολιτισμού, στη σάλα. Πηγαίναμε και στα δύο διπλανά χωριά, στους αγρούς όπου δούλευε ο κόσμος, σε μικρές παρέες νέων… για να δουν και να απολαύσουν το τρανζίστορ.
Δυσκολία είχαμε να βρούμε την τροφή του. Μπαταρίες δεν υπήρχαν, μόνο από στρατιωτικές μονάδες μπορούσαμε να προμηθευτούμε και να τις προσαρμόσουμε.
Λίγες μέρες το απόλαυσε ο κόσμος εκεί, γιατί δεν έλειψαν και τα παρατράγουδα. Η ρουφιανιά είχε πάρει φόρα.
Ένα πρωινό, μετά από κάποιες μέρες, παρουσιάστηκε στο σχολείο ο αστυνομικός της Ασφάλειας της περιοχής. Μου ζήτησε και πήρε στα χέρια του το μικρό τρανζίστορ που είχε κάνει τόσο μεγάλη απήχηση. Το περιεργάστηκε, δοκίμασε τις λίγες συχνότητες που μετέδιδε. Ευτυχώς που δεν βρήκε ελληνικά.
Αυτός περιεργαζόταν και άκουγε συχνότητες στο ραδιοτρανζίστορ, τη μία μετά την άλλη. Εμένα, την ίδια στιγμή, κακόβουλες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου και ρίγη διαπερνούσαν το κορμί μου.
Τελικά, αφού μου έριξε ένα αυστηρό βλέμμα, κατέβασε το γείσο του αστυνομικού καπέλου πάνω από τα φρύδια και, με γουρλωμένα μάτια, μου είπε:
– Δεν χρειάζεται να το προβάλλεις πλέον στον κόσμο!
Αυστηρή διαταγή, με στρατιωτικό ύφος!
Τόσο μου χρειάστηκε! Δεν σας το κρύβω, τρομοκρατήθηκα!
Για όσες μέρες συνέχισα να το έχω εκεί, μόνο τα βράδια το λειτουργούσαμε με τους συναδέλφους.
Το Σάββατο, που επέστρεψα στο χωριό μου, το Βοδίνο της Δερόπολης, το παρέδωσα στην οικογένειά μου, στον νοικοκύρη του, μαζί με τη συμβουλή που μου είχε δώσει ο αστυνομικός της αλβανικής Σιγκουρίμι: να είναι κι αυτός επιφυλακτικός και να το χρησιμοποιεί μόνο μέσα στο σπίτι του.
Χρειάστηκαν μερικά χρόνια ακόμη, μέχρι την ηλεκτροδότηση των εκεί χωριών, που είδαν ηλεκτρικό φως (1969-71), για να μπορέσουν να δουν και να απολαύσουν οι κάτοικοι αυτών των χωριών τα λίγα ραδιόφωνα (υπήρχε και έλλειψη στην αγορά). Έλλειψη και σε χρήματα για τους φτωχούς χωριάτες.
Πολύ αργότερα μπόρεσαν να απολαύσουν την ασπρόμαυρη τηλεόραση, σε μία συχνότητα, το κανάλι των Τιράνων.
Με τον εκδημοκρατισμό της Αλβανίας, μετά το ενενήντα, και το άνοιγμα των συνόρων, ο τόπος εκεί δεν μπορούσε πλέον να κρατήσει τον κόσμο. Διάλεξαν κι αυτοί τον δρόμο της προόδου, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, και έφυγαν νωρίς προς τις πόλεις τους και σε άλλες χώρες του πλανήτη. Ερήμωσε κι εκεί ο τόπος.
Πέρασαν από τότε, από το 1964, εξήντα δύο χρόνια. Και αυτή τη στιγμή, που κάνω στο κοινό αυτή την ανάρτησή μου, περνούν από τον νου μου τα ακόλουθα:

  1. Πώς μπορεί να υπάρχουν ακόμα πεσόντες του Έπους του ’40, που πολέμησαν ηρωικά στα βουνά της Αλβανίας, να μένουν αγνοούμενοι, χωρίς τάφους; Τα οστά τους να βρίσκονται κάπου σε χαράδρες βουνών, σε πλαγιές και σιάδια, στα Στενά της Κλεισούρας, στα υψώματα των εκεί οροσειρών, εκεί όπου έπαθαν και τα κρυοπαγήματα;
  2. Πόσο γρήγορα προχώρησαν η επιστήμη, η τεχνολογία και η πρόοδος και σε εκείνα τα χωριά! Από τότε που έκανε τυχαία την παρουσίασή του το μικρό αμερικανικό τρανζίστορ, εκεί στα βουνά, μέσα στη φτώχεια, στην απελπισία και στην οπισθοδρόμηση, έδωσε συμβολικά τη σπίθα και την ελπίδα της προόδου.
  3. Πόσο γρήγορα εξελίχθηκε και αυτή η χώρα! Με πόσο γοργά βήματα προχωρά στην πρόοδο, από τότε που βγήκε από το μάντρωμά της, τον αποκλεισμό από το δικτατορικό σύστημα.
    Πρώτη φωτογραφία: Ένα παρόμοιο μικρό τρανζίστορ.
    Δεύτερη: Οι μαθητές της τάξης μου, την οποία είχα υπό την επιμέλειά μου, και εδώ ο Νίκος, ο διευθυντής μας.
    Τρίτη: Οι συνάδελφοί μου, δάσκαλοι του σχολείου, τα δυναμικά νιάτα… Σχολικό έτος 1963-1964.
    Ευτυχώς που μπορέσαμε να έχουμε και αυτές τις φωτογραφίες.
    Βασίλης Γ. Λαχανάς
    Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2026.

Βασίλης Γ. Λαχανάς
Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2026.

Σχετικά άρθρα